Η Μεθώνη, όπως είναι γνωστό, ταυτίζεται από τον Στράβωνα (Γεωγραφικά. 8, 359-360) και τον Παυσανία (Μεσσηνιακά IV, 35, 1) με την ομηρική Πήδασο, μια από τις επτά πόλεις που χάρισε ο Αγαμέμνων στον Αχιλλέα για να τον εξευμενίσει (Ιλ.Ι 294). Στον Πελοποννησιακό πόλεμο, εδώ υπήρχε τείχος για την προστασία του λιμανιού και της πόλης (Θουκ. Β΄ 25). Το μεσαιωνικό φρούριο, που αντικρίζουμε σήμερα, ιδρύθηκε στην θέση των αρχαίων οχυρώσεων. Μετά την κατάκτηση του Βυζαντίου από τους σταυροφόρους, οι Φράγκοι κράτησαν την Μεθώνη για τρία χρόνια. Τότε τοποθετείται και η ίδρυση της λατινικής εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Οι επόμενοι κατακτητές, οι βενετσιάνοι, διαμόρφωσαν το φρούριο στην οριστική του μορφή ενώ οι Τούρκοι εκτός από την μετατροπή της χριστιανικής εκκλησίας σε τζαμί, ίσως και την πυριτιδαποθήκη, δεν φαίνεται να έχουν επιφέρει ουσιαστικές αλλαγές. Ένα από τα σημεία, από τα οποία το φρούριο φαίνεται σε όλη την μεγαλοπρέπειά του, είναι η αμμώδης παραλία, μία πό τις ωραιότερες της Ελλάδας. Είναι ακατανόητη, επομένως, η πρακτική των αρμόδιων, ασφαλώς δηλαδή του Υπουργείου Πολιτισμού από την κορυφή μέχρι την τοπική αρχαιολογική εφορεία, το ό,τι αφήνουν να βλέπει κανείς το φρούριο, αφού «απολαύσει» την αθλιότητα, της παράνομης, εγκαταλελειμμένης και ημικατεστραμμένης ταβέρνας. Πώς γίνεται δηλαδή και οι αρμόδιοι να μην διαφυλάττουν την παραλία σαν τα μάτια τους.